μονοκοτυλήδονα ή μονοκότυλα

μονοκοτυλήδονα ή μονοκότυλα
Μία από τις δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις των αγγειόσπερμων φυτών, με κύριο χαρακτηριστικό ότι το έμβρυό τους συνοδεύεται από ένα μόνο εμβρυακό φύλλο ή κοτυληδόνα· γενικά έχουν φύλλα επιμήκη, ταινιόμορφα, ωοειδή ή λογχοειδή, με τις νευρώσεις σχεδόν σε παράλληλη διάταξη, από τη βάση έως την κορυφή (φύλλα παραλληλόνευρα). Πολλά φύλλα σχηματίζουν κολεό γύρω από το βλαστό, που εσωτερικά διατρέχεται σε όλο του το μήκος από ηθμαγγειώδεις δεσμίδες, κατασπαρμένες σε όλο του το πάχος: κανονικά η πρωτογενής δομή του βλαστού είναι και η οριστική, εκτός από μερικές σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες πραγματοποιείται μια δευτερογενής ανάπτυξη του βλαστού. Τα άνθη σχηματίζονται από ένα περιγόνιο, που αποτελείται από τρία μέρη ή από πολλαπλάσιο του τρία, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως σέπαλα που, ομοιόμορφα χρωματισμένα, σχηματίζουν στεφανόμορφο κάλυκα. Οι ρίζες των μ. είναι συχνά κατά δέσμες· συχνή είναι επίσης σ’ αυτά τα φυτά η παρουσία των ριζωμάτων (π.χ. μυγκέ, πολυγόνατο το πολυανθές, ίρις), των κονδύλων (π.χ. μερικά ορχιδοειδή) και των βολβών (π.χ. κρεμμύδι, ζουμπούλι, τουλίπα κλπ.). Στα μ. περιλαμβάνονται σε μεγάλο αριθμό ποώδη φυτά ή λίγο ξυλώδη (φοίνικες), αλλά με βλαστό όρθιο, γενικά ψηλό, ασχιδή (στύπος). Πολυάριθμα μ. είναι για διάφορους λόγους χρήσιμα στον άνθρωπο: ως φυτά διατροφής μπορούν v’ αναφερθούν τα σιτηρά, το ζαχαροκάλαμο, ο ανανάς, η βανίλια, το κρεμμύδι, το σπαράγγι, το σκόρδο, οι φοίνικες από τους οποίους μερικοί δίνουν εδώδιμους καρπούς (χουρμαδιές, κοκοφοίνικες), άλλοι ένα άλευρο πολύ διαδεδομένο (σάγον) και άλλοι έλαια. Μερικά μ. βρίσκουν βιομηχανική χρήση, δίνοντας κλωστικές ίνες (αγαύη η σισαλανή, φόρμιον το ισχυρόν, μούσα η κλωστική), φυτικό ελεφαντόδοντο (υφαίνη η θηβαϊκή), λίπη για σαπούνια (φοίνικες), διάφορες χρωστικές ουσίες (δράκαινα, κρόκος) κλπ. Τέλος, μεταξύ των μ. υπάρχουν καλλωπιστικά φυτά που εκτιμώνται ιδιαίτερα για την περίεργη και εξωτική μορφή τους (ορχιδέες, φριτιλλαρία, ανθούριο, στρελίτζια). Δεν είναι λίγα αυτά που καλλιεργούνται για την ομορφιά των λουλουδιών τους ή για το άρωμά τους (π.χ. κρίνος, νάρκισσος, μυγκέ, ζουμπούλι, διατσίντο, τουλίπα, κάννα, γλαδίολος κ.ά.) και έχουν γίνει αντικείμενο ζωηρού εμπορίου. Στα μονοκοτυλήδονα η πρωτογενής ρίζα του έμβρυου χάνεται σχεδόν αμέσως και αναπτύσσονται οι μόνιμες ρίζες. Στη φωτογραφία, ρίζες σκόρδου. Σχηματική παράσταση των κοτυληδόνων σε δικοτυλήδονα και σε μονοκοτυλήδονα και σε μονοκοτυλήδονα φυτά: 1- κοτυληδόνες? 2- καταβολές των πρώτων φύλλων? 3- επάκριο μερίστωμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μονοκοτυλήδονος — η, ο 1. αυτός που αποτελείται από μία κοτυληδόνα 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μονοκοτυλήδονα τα μονοκότυλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. monocotylidones (< μον(ο) * + κοτυληδόνα). Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον Αιμ. Νοννότη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”